Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2009

Μια παλιά ιστορία...

Κυριακή βράδυ, ενώ παρακολουθούσαμε τον κώδικα Da Vinci σε πρώτη προβολή , άρχισε να μου διηγείται ιστορίες από το παρελθόν. Μου μιλούσε για τον πατέρα του πατέρα της, που έζησε το τελευταίο μισό του 19ΟΥ αιώνα μέχρι και το πρώτο μισό του 20ΟΥ. Παράξενη για μένα αύτη η αναδρομή στο παρελθόν μου, ένα παρελθόν που ούτε έζησα αλλά ούτε και γνώρισα, σίγουρα ενδιαφέρον και δελεαστικό… «ο παππούς μου ήταν κλέφτης, για όσους είχαν λεφτά, σωτήρας γι’ αυτούς που πεινούσαν. Κατσικοκλέφτη, έτσι τον έλεγαν οι χωριανοί. Όταν πέθανε ήμουν περίπου έξι χρονών, συγχώρα με κορίτσι μου, δεν θυμάμαι χρονολογίες, ήμουν μικρή τότε, τώρα είμαι μεγάλη». Οι αναμνήσεις αυτής της μακρινής εποχής όμως ήταν νωπές ακόμη στο μυαλό της. Την έβλεπα που καθόταν στον τριθέσιο δερμάτινο καναπέ του σπιτιού μας και σκαφτόμουν έντονα πως δεκαοχτω χρονια ζησαμε μαζι κι ακομη δεν την γνωριζα καλα. Αλλα μυαλα τοτε, δεν ενδιαφερομουν να τη γνωρισω, μου εφτανε που την εβλεπα, που την ακουγα, που καθε που βραδιαζε ηταν εκει για να μου πει καληνύχτα και να φιλησει στοργικα τα ονειρα μου. «ο παππους φορουσε τσιπουνια, ηθελε να ξεχωριζει απο τους αλλους». Με απορια την ρωτησα «τι ειναι τα τσιπουνια μαμα?» με κοιταξε και απαντησε πως ειναι αυτα που φύρανε οι τσολιαδες!!! Σιγουρα ξεχωριζε ο παππους, σκεφτηκα. «ηταν μαγκας, για ολους ηταν καλος εκτος απο την οικογενεια του. Εμενα με κουρευε με το ξυραφι οταν ημουν μικρη, για να βγαλω πολλα μαλλια ελεγε… ηταν σκληρος ανθρωπος ο παππους ο γιωργος. Ηταν αυταρχικος πολυ και δε σηκωνε μυγα στο σπαθι του. Εκεινα τα χρονια η δικαιοσυνη υπηρχε μονο για οσους ειχαν τα λεφτα να την εξαγορασουν γιάυτο και πολλα εγκληματα ειτε παρεμεναν αλυτα ειτε ο ενοχος ηταν αθωος… ο παππους λοιπον ηταν αυτος που αψηφούσε τα παντα και απεδιδε τη δικαιοσυνη οπως εκεινος την αντιλαμβανοταν. Τον βοηθουσε το αναστημα του ς’αυτο, ηταν ψηλος γεροδεμενος αλλα και ο χαρακτηρας του ηταν ισχυρος». Για καποια στιγμη επαψα να την ακουω, ταξιδεψα λιγο σέκεινα τα χρονια οπως το μυαλο μου μπορουσε να τα αναπλασει. Εφτιαξα τη μορφη του στο νου μου, το θυμαμαι ακομη χαρακτηριστικα, μελαχρινος με σκουρο δερμα, μαλλια καταμαυρα, σγουρα, ματια καστανα οπως του θειου, ετσι ειναι κι εκεινος… δεν ξερω πως μου ηρθε να τον μοιασω μ’εκεινον, ισως γιατι μοναχα αυτος θα μπορουσε να τιθασευσει τη φαντασια μου. Σκονισμενο απο τις αγροτικες εργασιες και ζαλισμενο απο το ποτο τον εβλεπα στ’οραμα μου να σηκωνει το χερι σα να θελει να μ’αρπαξει… μετα απο λιγο επεστρεψα στην πραγματικοτητα με τη βοηθεια της μαμας που παρατηρησε πως καπου ταξιδευα… υπεθεσε πως μαλλον σκεφτομουν τον βασιλη, δεν εδωσε σημασια και συνεχισε «λοιπον, σου ελεγα οτι τιμωρουσε οποιον αδικουσε τους αλλους… ειχε τον τροπο του… προειδοποιουσε οποιον καταλαβαινε πως επραττε αντιθετα στα πιστευω του και αν εκεινος δε συμμορφονοταν εβαζε καποιον απο τους ανθρωπους που ειχε κοντα του να τον εκδικηθουν για χαρη του, ποτε ομως δε χρησιμοποιουσε βια… ισως γι’αυτο να τον εκτιμουσαν πολυ οσοι υποστηριζαν το εργο του. Καποια φορα ο γαμπρος του, που ηταν μελος των ανταρτων της περιοχης, θα εφευγε κρυφα για τη ρωσσια και εδωσε εντολη ν’αρπαξουν το κοπαδι του πατερα μου. Ο πατερας μου ειχε εκατο προβατα, δεν ηταν πολλα αλλα ηταν αρκετα για να ζουμε. Που λες τους ειχε πει να τα κλεψουν ολα και να μην αφησουν ουτε ενα για δειγμα. Καποιος γειτονας ειδοποιησε τον παππου που ηταν στα βουνα οτι ο γαμπρος του εκλεβε το κοπαδι του γιου του. Του μυνησε λοιπον ο παππους μεσω εκεινου του ανθρωπου να επιστρεψει ολο το κοπαδι πισω μεχρι το επομενο βραδυ διαφορετικα θα του εκοβε το κεφαλι και θα το κρεμούσε στη μεση της πλατειάς στον πλάτανο. Ε, λοιπόν τα επέστρεψε όλα το επόμενο βράδυ όταν ο πατέρας μου κοιμόταν και το πρωί που ξύπνησε ήταν όλα εκεί». Αποτελεσματική η μέθοδος του προπάππου μου τελικά. «συνεχεία έτσι έλεγε, όλο απειλούσε μα ποτέ δεν άγγιζε ούτε μύγα». Ίσως αυτό να ήταν και το ελάττωμα του, ίσως αυτό να τον οδήγησε στο τελικό αποτέλεσμα.» κάποτε η αγαπημένη ξαδέρφη του παντρεύτηκε, έκανε τη δική της οικογένεια και ως πρότυπο παραδοσιακής κοινωνίας αφοσιώθηκε αυτήν εξολοκλήρου. Ο άντρας της όμως δεν ήταν ούτε υπόδειγμα συζύγου αλλά ούτε και καλού πολίτη. Εκείνη την περίοδο υπήρχαν δυο κατηγορίες ανθρώπων, οι αντάρτες όπως ο παππούς μου και οι προδότες όπως ο άντρας της ξαδέρφης του πάππου μου. Με τα πολλά και τα λίγα όπως σου είπα έφτασε και η μέρα που ο κουνιάδος του πρόδωσε κάποιον από την ομάδα του. Καλώς ή κακώς ο παππούς το έμαθε. Έστειλε δικούς του ανθρώπους να τον προειδοποιήσουν πως σε περίπτωση που κάτι τέτοιο συνέβαινε ξανά θα του έκοβε το κεφάλι και το κρεμούσε στον πλάτανο της πλατειάς του χωρίου. Δυστυχώς για εκείνον βεβαία παράκουσε στις προσταγές του πάππου. Εντελή το κεφάλι του βρέθηκε κρεμασμένο στο μεγαλύτερο πλατάνι της πλατειάς. Από τότε κι έπειτα ο παππούς δεν ξαναπήραμε άνθρωπο δεν χρειάστηκε δηλαδή να πειράξει κανέναν εφόσον όλοι γνώριζαν πλέον ότι ο τσιπούρας μπορεί να κάνει τα λογια του πράξεις...

1 σχόλιο:

  1. Καλορίζικο το καινούργιο σου μπλογκόσπιτο!
    ωραίο το κείμενο...
    περιμένω να διαβάσω και άλλα!!!

    Καλό σου βράδυ.
    Φιλάκια πολλά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή